powered by Agones.gr - Stoixima

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

ΠΕΡΙ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Β΄ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΟΣ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΩΣ ΒΟΥΛΓΑΡΟΚΤΟΝΟΥ.



Ο Βασίλειος Β' ο Βουλγαροκτόνος
διάδημα και ρομφαία, από Ψαλτήρι, αρχές 11ου αι., Βενετία, Biblioteca Nationale Marciana

Η εποχή του Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου καλύπτεται κατά κύριο λόγο από το έργο του Ιωάννη Σκυλίτζη ενός ανώτατου Ρωμιού υπαλλήλου που συνέγραψε προς τα τέλη του 11ου αιώνα μια χρονογραφία "Σύνοψις Ιστοριών" η οποία καλύπτει την εποχή από το 811 έως το 1057. Ιδιαίτερη σημασία έχει βέβαια το τμήμα που πραγματεύεται την εποχή του Βασιλείου του Β΄. Το μεγαλύτερο τμήμα της χρονογραφίας του Σκυλίτζη αντιγράφηκε αργότερα απ΄ τον Γεώργιο Κεδρηνό. Στην "Σύνοψη Ιστοριών" του ο Σκυλίτζης χρησιμοποίησε για την εποχή του Βασιλείου Β΄ τη χαμένη μονογραφία του Θεόδωρου Σεβαστείας.
 Μετά την εδραίωση της κυριαρχίας του στο εσωτερικό, ο Βασίλειος αφοσιώθηκε στον αγώνα εναντίον των εξωτερικών εχθρών της Ελληνικής αυτοκρατορίας. Για όλο το υπόλοιπο της ζωής του, δεν σταμάτησε να πολεμά σε διάφορα μέτωπα, αν και έγινε ευρύτερα γνωστός Για την συντριβή των Βουλγάρων. Όμως οι επιτυχίες του μεγάλου στρατηλάτη αυτοκράτορα δεν περιορίστηκαν μόνο στο μέτωπο αυτό, αλλά σχεδόν σε όλες τις εκστρατείες του κατάφερε να έχει θετικά αποτελέσματα. Με υπομονή και επιμονή, Με θάρρος και προσωπικές θυσίες, περνώντας όλη την ζωή του στα στρατόπεδα σαν απλός στρατιώτης, πέτυχε να διαλύσει το ισχυρό βουλγαρικό εθνικό γίγνεσθαι  και να ενισχύσει τις ελληνικές θέσεις σε όλη την γραμμή των συνόρων, στα ανατολικά και τα δυτικά. Στις αρχές του 991 επανήλθε στο μέτωπο της Βαλκανικής, αφού πέρασε από την Θεσσαλονίκη για να αποδώσει ευχαριστήρια στον μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριο. Αποκατάστησε διπλωματικές επαφές με τούς άρχοντες της Κροατίας και της Σερβίας, ώστε να αποκλείσει από τα βόρεια τον Σαμουήλ.
 Η εκστρατεία αυτή του Βασιλείου διήρκεσε τέσσερα χρόνια. Ο Βασίλειος γνώριζε πώς ο στρατός των Βουλγάρων, ήταν ισχυρότερος από τον Ελληνικό γι'αυτό επισκέπτονταν ο ίδιος τα Ελληνικά
φρούρια και οχυρά στην Βαλκανική, έδινε προσωπικά οδηγίες στους διοικητές τους, τούς εμψύχωνε και τούς κατεύθυνε ως προς το είδος του πολέμου πού έπρεπε να διαλέξουν απέναντι στούς αντιπάλους.
 Αυτός ο πόλεμος βασιζόταν σε αιφνιδιαστικές επιθέσεις και αναδιπλώσεις στα οχυρά, σε συνεχείς παρενοχλήσεις των βουλγαρικών στρατευμάτων χωρίς να εκτίθενται σε σοβαρούς κινδύνους οι ίδιοι. Μέχρι το 995, ο Βασίλειος συνέχισε τον ανταρτοπόλεμο του μη δίνοντας στον Σαμουήλ την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σα ανοικτό πεδίο.
Την χρονιά αυτή, ο αυτοκράτορας εκστράτευσε εναντίον της Συρίας, όπου ο διοικητής της Αντιόχειας είχε ηττηθεί από τους σουλτάνους της Αιγύπτου, τους Φατιμίδες και το Χαλεπών κινδύνευε να πέσει στα χέρια τους.
 Η ταχύτητα της αφίξεως του στρατού του Βασιλείου ήταν τρομερή Για τα δεδομένα της εποχής. Σε δεκαπέντε μόλις μέρες ένας στρατός 40000 αντρών διέσχισε την απόσταση από τις χιονοσκέπαστες κορυφές της Μακεδονίας μέχρι τις ερήμους της Συρίας.
Αλλά ας αφήσουμε τον Schlumberger να μάς περιγράψει τις αντιδράσεις των Αιγυπτίων πού πολιορκούσαν το Χαλεπών της Συρίας. "Η της αφίξεως του βασιλέως φοβερά αγγελία βουτώ αιφνιδίως επισκήψαντος υπήρξε κεραυνός διά τον Αιγύπτιον στρατηγό. Βουτώ δε εταράχθη εκ της τρομεράς από Βορρά περιελθούσης αυτώ ειδήσεως αυτός ο πιστεύων ότι ωρών μόνον εσκέφθη πλέον, να φύγη. Διότι κατέπληξεν αυτόν ο μέγας ούτος των Ρούμ αυτοκράτωρ, όστις διασχίσας εν καλπασμώ ως εκ θαύματος μετά του στρατού αυτού ολόκληρον την αυτοκρατορίαν του ευρίσκετο ήδη εν αποστάσει πορείας ολίγων μόνο ωρών και δή, ότε επίστευεν ότι διετέλει ων εν μέση Βουλγαρία. Πιθανώς δέ εν τη καταπτοήσει επί τοις πρώτοις αγγέλμασι το πλήθος του Ελληνικού στρατού εμεγαλύνθη υπερμέτρως. Αυθωρεί λύσας την πολιορκίαν της πόλεως, ης επί τοσούτους μήνας αντεποιείτο και δι'ην τοσούτους είχε θυσιάσει στρατιώτας".

Η παρουσία και μόνον του Έλληνα βασιλέα έτρεψε σε φυγή όλους τούς εχθρούς πού απειλούσαν τα νοτιοανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας. Αφού όρισε διοικητή της Αντιόχειας τον Δαμιανόν Δαλασσηνόν, αντί του Μιχαήλ Βούρτζη, ο Βασίλειος επανήλθε στήν πρωτεύουσα
Ο Σαμουήλ όμως επωφελήθηκε και άρχισε να λεηλατεί την Μακεδονία. Κατέλαβε πάλι την Βέροια και πολιόρκησε την συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη, όπου φόνευσε τον διοικητή της Γρηγόριο Ταρωνίτη και αιχμαλώτισε τον γιό του.
Αργότερα (997) κατέβηκε πιό νότια, μέχρι την Πελοπόννησο, προκαλώντας τρομερές καταστροφές και διαπράττοντας ανήκουστες βιαιοπραγίες. Σοβαρή αντίσταση βρήκε μόνο στο Γαλαξίδι, όπου οι κάτοικοι πολέμησαν Με μεγάλη ανδρεία και πρώτευσε κάποιος Γαλαξιδιώτης ονόματι Χαραλάμπης.
Ο ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΣΤΗΝ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΠΕΡΧΕΙΟΥ
Η βουλγαρική ήττα στον Σπερχειό
από το Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη, μέσα 12ου - μέσα 13ου αι., Μαδρίτη, Biblioteca Nacional
 Η  ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΠΕΡΧΕΙΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ
Η μάχη του Σπερχειού είναι η μόνη σημαντική μάχη που πραγματοποιήθηκε στο σημερινό ελληνικό έδαφος κατά τη διάρκεια των 330 χρόνων που διήρκεσε η σύγκρουση των Ρωμαίων της Ελληνικής αυτοκρατορίας με τους Βούλγαρους..
Γύρω στα 1000μ.Χ το Ρωμέϊκο  κράτος αδυνατούσε να προστατεύσει τις απομακρυσμένες από την Κωνσταντινούπολη περιοχές της επικράτειας του.
 Οι Βούλγαροι ξεχύθηκαν στην Ελληνική αυτοκρατορία καταστρέφοντας και λεηλατώντας τα πάντα στο πέρασμα τους. Ο Σαμουήλ κατάφορτος κατόπιν  από λάφυρα επέστρεφε στη γη όπου κατοικούσαν τα βουλγαρικά στίφη όταν το 997μ.Χ συναντήθηκε στην πεδιάδα του Σπερχειού, εκεί περίπου όπου περνά η σύγχρονη γέφυρα που ενώνει την Λαμία με την Υπάτη με τις Ρωμαϊκές δυνάμεις των Ελλήνων. Ο Σαμουήλ στρατοπέδευσε στην νότια πλευρά του Σπερχειού από την πλευρά της Υπάτης, ενώ ο στρατηγός του Βασίλειου Β’ του Βουλγαροκτόνου, Νικηφόρος Ουρανός στρατοπέδευσε στην βόρεια όχθη του ποταμού.
 Οι Βούλγαροι κοιμήθηκαν ήσυχοι πιστεύοντας ότι το ποτάμι ήταν αδιάβατο.
Ο Νικηφόρος όμως με το στράτευμα του, κατά τη διάρκεια της νύχτας κατάφερε να διαβεί τον ποταμό και να επιτεθεί στους ανύποπτους Βουλγάρους που υπέστησαν ολοκληρωτική καταστροφή.
Ο Σαμουήλ και ο γιος του προσποιήθηκαν τους νεκρούς οπότε μέσω του σημερινού Αργυροχωρίου και της Υπάτης ανέβηκαν στην Οίτη και από εκεί μέσω των Αιτωλικών βουνών και της Πϊνδου φτάσανε στην Ήπειρο και από εκεί στην έδρα τους την Αχρίδα.

       ΣΚΙΤΣΟ ΜΕ ΛΑΦΥΡΑΓΩΓΗΣΗ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ Π .ΔΕΛΤΑ

O Σαμουήλ γρήγορα κατάφερε να αναδιοργανώσει τον στρατό του και να αρχίσει μία σειρά επιθέσεων σε διάφορα φρούρια και πόλεις της δυτικής Βαλκανικής.
Το 998, κατέλαβε το Δυρράχιο και την Διόκλεια. Ο Βασίλειος κατελάμβανε φρούρια και κλεισούρες στήν ανατολική Μακεδονία. Ο γιός του Ταρωνίτη, Ασώτιος, εγλύτωσε την ζωή του, χάρις την αγάπη της κόρης του Σαμουήλ, η οποία έπεισε τον πατέρα της να τούς παντρέψει.
 Πράγματι παντρέυτηκαν και εγκαταστάθηκαν οι δύο νέοι στο Δυρράχιο (αρχαία Επίδαμνος). Στήν πρώτη ευκαιρία δραπέτευσαν και έφτασαν στήν Βασιλεύουσα όπου πληροφόρησαν τον Βασίλειο Για την πρόθεση του άρχοντα του Δυρραχίου, Χρυσηλίου, να παραδώσει την πόλη στον αυτοκράτορα. Ο Βασίλειος απέστειλε τον Ευστάθιο Δαφνομήλη, ο οποίος παρέλαβε το μεγάλο λιμάνι. Αυτό ήταν ένα μεγάλο πλήγμα Για τον Σαμουήλ, ο οποίος έβλεπε την «αυτοκρατορία» του να κλονίζεται. Ομως ο Ελληνας αυτοκράτορας δεν μπόρεσε να τον αντιμετωπίσει όπως θά ήθελε, γιατί αναγκάστηκε το 999 να εκστρατεύσει και πάλι στήν Συρία, όπου οι Αιγύπτιοι είχαν γίνει ξανά απειλητικοί.
                                 
                                ΤΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
Στήν Απάμεια της Συρίας ο Δαμιανός Δαλασσηνός είχε σκοτωθεί μαζί με έξι χιλιάδες στρατιώτες. Το θέαμα των νεκρών Ρωμιών κλόνισε τον Βασίλειο ο οποίος διέταξε την ταφή τους και έκτισε εκκλησία για να τιμήσει την μνήμη τους.
 Στίς 28 Οκτωβρίου 999, οι Έλληνες πολιόρκησαν και κατέλαβαν την Καισάρεια της Συρίας και αργότερα την Εμεσα και την Ηλιούπολη τις οποίες και ισοπέδωσαν. Αφού απέτυχε ο Βασίλειος να καταλάβει την Τρίπολη , εγκατέλειψε την πολιορκία και την 1η Ιανουαρίου 1000, έφτασε στήν Αντιόχεια όπου γιόρτασε την έλευση του νέου έτους. Αφού ενίσχυσε τις βυζαντινές θέσεις, ο βασιλέας των Ελλήνων στράφηκε βόρεια προς την Αρμενία και τη Γεωργία (Ιβηρία), οι οποίες πιεζόμενες από διάφορες τουρκμενικές και σελτζουκικές φυλές ζήτησαν την βοήθεια του. Από τα κράτη αυτά, ο Βασίλειος απέσπασε κάποια σημαντικά συνοριακά εδάφη, ο ηγεμόνας της Ιβηρίας, Δαυΐδ παραχώρησε το βασίλειο του οικιοθελώς στον Βασίλειο, ενώ ο αυτοκράτορας σύνηψε συμφωνία με τούς πρίγκηπες του Ανί και του Βασπουραχάν πώς μετά τον θάνατο τους τα βασίλεια τους θα περιέρχονταν στή Ρωμέϊκη εξουσία. Πράγματι, το Βασπουραχάν έγινε μέρος της Ελληνικής επικράτειας το 1021, ενώ το Ανί ακολούθησε το 1045. Θά παραμείνουν στή Ρωμέϊκη εξουσία μέχρι την καταστροφική μάχη του Μαντζικέρτ (Μαναζκέρδης) το 1071, μετά την οποία θα περιέλθουν στα χέρια των Σελτζούκων.
Επιστρέφοντας ο Βασίλειος από την πετυχημένη εκστρατεία του στην Γεωργία και Αρμενία, σταμάτησε στήν Καππαδοκία, στο Θέμα του Χαρσιανού, όπου τον υποδέχτηκε ο πολύ πλούσιος άρχοντας, ονόματι Ευστάθιος Μαλεϊνός. Η τόσο πλούσια φιλοξενία και γεμάτη χλιδή περιποίηση του Μαλεϊνού προβλημάτισε τον Βασιλέα, ο οποίος δεν είχε ξεχάσει τις συμβουλές του γέροντα Σκληρού. Εξανάγκασε λοιπόν τον πλούσιο άρχοντα να τον συνοδεύση στήν Βασιλεύουσα όπου παρέμεινε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του.

                                         ΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ  ΞΑΝΑ

Ο διακανονισμός των ζητημάτων πού αφορούσαν την Αρμενία, την Γεωργία και την Συρία, γύρω στα 1000, επέτρεψε στον αυτοκράτορα της Ρωμιοσύνης να στρέψει απερίσπαστος την προσοχή του στην αντιμετώπιση του Σαμουήλ.
Με μεθοδικές κινήσεις, και με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ξεκίνησε μία εκστρατεία που διήρκεσε 14 ολόκληρα χρόνια, χειμώνα και καλοκαίρι, μην δίνοντας στον αντίπαλο την ευκαιρία να αναπνεύσει ούτε στιγμή, περικυκλώνοντας τον και χτυπώντας τον στα αδύνατα σημεία του, μέχρι την ολοκληρωτική συντριβή του και την τελική του παράδοση.
Τον Μάρτιο του 1001 Με τον Πρωτοσπαθάριο Νικηφόρο Ξιφία και τον Πατρίκιο Θεοδωροκάνο, στράφηκε στίς δυτικές επαρχίες του βουλγαρικού εδάφους και κατέλαβε την Πρεθσλαύα.
Στρεφόμενος νότια, κατέλαβε την Βέροια, την Καστοριά και τα Σέρβια.
Τα Σέρβια ήταν πανίσχυρο κάστρο και την άμυνα είχε αναλάβει ο προδότης Νικολιτζάς, ο οποίος ήταν πιστός στον Σαμουήλ και τον είχε βοηθήσει να καταλάβει την Λάρισα. Υστερα από εικοσαήμερη πολιορκία, έπεσαν τα Σέρβια, και Βασίλειος χάρισε την ζωή του προδότη.
Ο Νικολιτζάς έμελλε όμως να δραπετεύσει και να τρέξει να επανασυνδεθεί με τον στρατό του Σαμουήλ. Η Θεσσαλία όμως, είχε απαλλαχτεί από τον βουλγαρικό κίνδυνο και ο Ελληνικός στρατός φαινόταν ότι είχε ξεπεράσει σε αξία και ισχύ τον Βουλγαρικό.
Τα Βοδενά, η σημερινή Έδεσσα, περιήλθε ξανά  στούς Έλληνες, ύστερα από πολιορκία πού κράτησε πολλές εβδομάδες, στο έτος 1002. Η ιαχή "Βασίλειε σύ νικάς", αντηχούσε πλέον σε ολόκληρη την Μακεδονία.
 Αφού κατέλυσε τον χειμώνα στην Θεσσαλονίκη, τον Μάϊο κατέλαβε το Δορύστολο ή Σιλιστρία και ύστερα από πολυήμερη πολιορκία το Βιδύνιο, στον Δούναβη ποταμό. Ο Σαμουήλ όμως ήταν άξιος και πείσμωνας αντίπαλος. Σε μία προσπάθεια αντιπερισπασμού, την ημέρα τής Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 15 Αυγούστου επιτέθηκε στην Αδριανού Πόλη, την λεηλάτησε και αιχμαλώτισε το σύνολο του πληθυσμού της..
 Ο Βασίλειος αναγκάστηκε να κινηθεί νότια. Το 1004 συναντώνται οι δύο στρατοί έξω από τους Σκούμπους, στις δύο όχθες του ποταμού Αξιού. Επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό του Σπερχειού ποταμού. Οι Βούλγαροι πιο ανοργάνωτοι, θεώρησαν τούς εαυτούς τους ασφαλείς λόγω του πλημμυρισμένου ποταμού. Ο Βασίλειος όμως είχε δώσει εντολή να βρεθεί πόρος διαβατός. ,ένας στρατιώτης ονόματι Αλέξιος κατόρθωσε να βρει πέρασμα, και κατά την διάρκεια της νύκτας, ο Ελληνικός στρατός πέρασε κρυφά το πλημμυρισμένο ποτάμι, και έπεσε ως κεραυνός στο εχθρικό στρατόπεδο.
Οι Βούλγαροι υπέστησαν δεινή ήττα, και υποχώρησαν. Ήταν η σειρά του Έλληνα Βασιλιά να μπεί στή σκηνή του Σαμουήλ και να καθίσει στον θρόνο του, μετά την ήττα του 986. Το μόνο πού τον στεναχώρησε ήταν ο θάνατος του παλικαριού πού είχε ψάξει και είχε βρει το πέρασμα. Οι Σκούμποι η πρωτεύουσα της αρχαίας Δαρδανίας, παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση.
Κάθε χρόνο ο Βασίλειος επανερχόταν στην Μακεδονία πιέζοντας αφόρητα τον Σαμουήλ, έχοντας ως σκοπό του την τελειωτική νίκη. Η μάχη που σημάδεψε την αρχή του τέλους έγινε στις 29 Ιουλίου του 1014, στα στενά του Κλειδίου (αναφερώμασται παρακάτω λεπτομερέστερα),μεταξύ των Σερρών και του Μελενίκου. Ο Σαμουήλ είχε καταλάβει τα στενά εμποδίζοντας την διάβαση των ρωμιών, χρησιμοποιώντας ολόκληρο τον όγκο των στρατευμάτων του στήν επιχείρηση αυτή. Η πρώτη μέρα της μάχης ήταν νικηφόρα για τα εχθρικά στρατεύματα. Ο Νικηφόρος Ξιφίας όμως, ένας ακόμη ικανότατος στρατηγός του αυτοκράτορα, κατά την διάρκεια της νύκτας, βρήκε κάποιο πέρασμα και βρέθηκε αναπάντεχα στίς πλάτες του Σαμουήλ. Η καταστροφή του βουλγαρικού στρατού ήταν ολοκληρωτική. Ο τσάρος των βουλγάρων διέφυγε με άτακτη υποχώρηση, αλλά ο μεγαλύτερος όγκος των βουλγάρων στρατιωτών συνελήφθη αιχμάλωτος. Θέλοντας να τελειώσει μιά για πάντα με τούς εχθρούς του, ο Βασίλειος έδωσε τότε μία τρομερή και για τα σημερινά δεδομένα απάνθρωπη διαταγή. Αποφάσισε να τυφλωθούν και οι 15.000 αιχμάλωτοι, αφήνοντας σε κάθε εκατοντάδα ένα μονόφθαλμο, ο οποίος θά οδηγούσε στον Σαμουήλ τούς τυφλούς του στρατιώτες.
Στήν Πρίλαπο, όπου είχε καταφύγει ο Σαμουήλ, αντίκρισε το τρομερό θέαμα των τυφλών στρατιωτών του και σύμφωνα με τούς Κεδρηνό και Σκυλίτζη, μετά από δύο μέρες ο τσάρος των βουλγάρων πέθανε από την λύπη του.
 Ο Ελληνας βασιλιάς δικαιώθηκε Με την ενέργειά του αυτή και απαλλάχτηκε από τον άνθρωπο πού είχε απειλήσει την ακεραιότητα του κράτους του. Πολλοί κατακρίνουν την ενέργεια του αυτοκράτορα.
 Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε ότι οι Βούλγαροι πλησίασαν να καταστρέψουν ολοσχερώς τον Μεσαιωνικό Ελληνισμό και έπρεπε αυτή η απειλή να εκλείψει διά παντός. Εάν οι Παλαιολόγοι είχαν αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο τούς Οθωμανούς, σίγουρα η κατάσταση της χώρας μας θα ήταν διαφορετική σήμερα.
  
                          ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ  ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ
 Οι Βούλγαροι όμως συνέχισαν πεισματικά τον πόλεμο. Λίγο μετά την μάχη του Κλειδίου αποδεκάτισαν, στην κοιλάδα της Στρουμνίτζας, απόσπασμα του ελληνικού στρατού μαζί με τον στρατηγό Θεοφύλακτο Βοτανειάτη.
Τον Σαμουήλ διαδέχθηκε ο γιός του Γαβριήλ, ο οποίος προσπάθησε να συνθηκολογήσει με τον αυτοκράτορα, αλλά δολοφονήθηκε από τον εξάδελφο του Βλαδισλάβο, το 1016. Ο τελευταίος άρχισε ειρηνευτικές συνομιλίες, με κύριο στόχο του να αναδιοργανώσει τα κατάλοιπα του βουλγαρικού στρατού. Όμως ο ακαταπόνητος Βασίλειος δεν πίστεψε τις ψεύτικες υποσχέσεις του Βλαδισλάβου και συνέχισε να κατακτά την μία πόλη μετά την άλλη. Κατέκτησε τα Βιτώλια (Μοναστήριον), το Πρίλαπο, το Στυπείον, το Μελενίκο τα Μογλενά και τα Βοδενά (Εδεσσα) πού είχαν ξανά καταλάβει οι Βούλγαροι.
 Κατά την διάρκεια άλλης εκστρατείας ο Ιβάτζης παγίδευσε απόσπασμα του αυτοκρατορικού στρατού και το κατέσφαξε μαζί Με τούς αρχηγούς του Γεώργιο Γονιτζιάτη και Ορέστη. Το 1017 οι μάχες συνεχίζονται ακατάπαυστα.
 Για να καταλάβουμε τον χαρακτήρα του Βουλγαροκτόνου, παραθέτουμε το παρακάτω περιστατικό πού περιγράφει ο Σκυλίτζης:
 Σε μία ενέδρα του Βλαδισλάβου, παγιδεύεται η εμπροσθοφυλακή του ελληνικού στρατού υπό τον στρατηγό Κωνσταντίνο Διογένη. Ο Βασίλειος πού ακολουθούσε, και ο οποίος ήταν γύρω στα εξήντα, πήδηξε στο άλογό του, ανεφώνησε "Οστις πολεμιστής, ακολουθείτω μοι", και χωρίς να κοιτάξει πίσω του, κάλπασε προς τα εμπρός. Ο Διογένης διεσώθηκε, οι Βούλγαροι διασκορπίστηκαν και όλες οι αποσκευές του Βούλγαρου τσάρου περιήλθαν στά χέρια του αυτοκρατορικού στρατεύματος. Ο Βλαδισλάβος σκοτώθηκε πολιορκώντας το Δυρράχιο το 1018 του οποίου την άμυνα είχε αναλάβει ο Νικήτας ο Πηγωνίτης. Αμέσως μετά ο Βασίλειος μπήκε θριαμβευτικά στήν Αχρίδα, Με την κατάκτηση της οποίας τελείωσε ο πόλεμος πού είχε αρχίσει το 986 και διήρκεσε 32 ολόκληρα χρόνια. Τα κάστρα παραδίδονταν στον βασιλιά, το ένα μετά το άλλο. Ο μόνος πού συνέχιζε πεισματικά να μάχεται ήταν ο Ιβάτζης. Και πάλι ο Σκυλίτζης μας αναφέρει αναλυτικά την περιπετειώδη σύλληψη του βογιάρου.
Ο Ιβάτζης ήταν οχυρωμένος στο απάτητο κάστρο του Βροχωτού, όταν μόνος Με δύο συντρόφους, ο Κατεπάνω Ευστάθιος Δαφνομήλης κατέφθασε, προφασιζόμενος να μιλήσει με τον Ιβάτζη. Οι Βούλγαροι όταν είδαν τον Ελληνα στρατηγό μόνο του, φυσικά δεν ανησύχησαν και τον δεχτήκαν περίεργοι για τούς σκοπούς της επισκέψεως του. Μετά από το δείπνο, ο Δαφνομήλης εζήτησε κατ'ιδίαν συνδιάλεξη προς τον Ιβάτζην.
 Αφού απομακρύνθηκαν σε γειτονικό άλσος, ο πελώριος Έλληνας στρατηγός, τον ακινητοποίησε και με την βοήθεια των συντρόφων του πού ήταν κρυμμένοι, τον τύφλωσαν..
 Φέροντας σε άθλια κατάσταση μπροστά από τούς Βούλγαρους στρατιώτες τον αρχηγό τους, Με βροντερή φωνή τούς έπεισε ότι κάθε προσπάθεια ήταν μάταιη, γιατί σε λίγο κατέφθανε ο αυτοκράτορας.
 Αυτό ήταν το τέλος και της τελευταίας εστίας αντίστασης των Βουλγάρων.
  ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΟΥ  ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Ο
Βασίλειος μετά την πλήρη κυριαρχία του στην Μακεδονία, περιόδευσε στις νότιες επαρχίες, όπου τα πλήθη συνέρρεαν να τον συναντήσουν και να τον επευφημήσουν. Επισκέφθηκε τις Θερμοπύλες πού είχαν γραφτεί σελίδες αντάξιας δόξας από τον Σπαρτιάτη Λεωνίδα, πέρασε από την Θήβα πού ήταν το κέντρο της παραγωγής μεταξιού όλης της αυτοκρατορίας, με πολυάριθμες βιοτεχνίες και εξαγωγές προς την Δύση.
 Στο τέλος δε έφτασε στήν πατρίδα των μαχητών του Μαραθώνος και της Σαλαμίνας, την πόλη της Παλλάδος Αθηνάς. Εκεί, ανέβηκε στον Παρθενώνα, πού είχε στο εσωτερικό του κτισμένο ναό προς τιμήν της Θεοτόκου. Παραθέτουμε αφήγηση του ερευνητού Γάλλου Σλουμβερζέ: "Ενώ δέ χρόνω ο σεπτός νικητής των Βουλγάρων γονυκλινής ηυχαρίστει την Παναγίαν την Αθηνιώτισσαν, οι θεοί και οι ήρωες του Φειδίου εν τη μεγαλοπρεπεί αυτών πομπή εθεώντο τον γηραιόν αυτοκράτορα άνωθεν από των σεπτών ζωφόρων. Διότι οι των θαυμασίων συληταί Τούρκοι, Ενετοί και Αγγλοι δεν είχον παρέλθει επί τον ιερόν βράχον."
 Αξίζει να αναφέρουμε μία λεπτομέρεια. Ο ενετός Μοροζίνι το 1688, έκλεψε από τον Πειραιά ένα κολοσσιαίο αρχαίο άγαλμα που παρίστανε Λεοντάρι. Εξού και οι Βενετοί ονόμαζαν το λιμάνι Πόρτο Λεόνε.
                 
 Τα λιοντάρια όπως γνωρίζουμε έμελλε να αποτελέσουν σύμβολο της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Στο άγαλμα αυτό ήταν χαραγμένες επιγραφές άγνωστης γλώσσας. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι η γλώσσα ήταν σκανδιναβική και οι επιγραφές ήταν χαραγμένες από τούς μισθοφόρους Ρώς του Αυτοκράτορα, ο οποίος το 1018 επέστρεψε ναυτοπλοικώς στήν Θεοφύλακτη Κωνσταντινούπολη και φυσικά για κάποιες ώρες είχε καταλύσει και στο μεγάλο λιμάνι του Πειραιά.
Πόσα και πόσα δεν εκλάπησαν από την δύσμοιρη πατρίδα μας από τούς αναρίθμητους εισβολείς, κατά την διάρκεια των αιώνων! Ο Βασίλειος τουλάχιστον για κάποιο διάστημα είχε αποτρέψει την κλοπή έργων των προγόνων του. Η αίγλη της Ρωμιοσύνης τότε ήταν από τα  υψηλότερα σημεία.
                                                  
                                              ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΔΥΣΗ
 Ο Βασίλειος δεν παρέλειψε να ασχοληθεί και με τις υποθέσεις πού αφορούσαν τις δυτικές επαρχίες του κράτους. Προσπάθησε να δημιουργήσει διπλωματικές σχέσεις με την Γερμανική αυτοκρατορία η οποία διεκδικούσε με αξιώσεις την Κάτω Ιταλία, παραχωρώντας την αδελφή του Θεοφανώ, ως σύζυγο του Οθωνα Β'.
Παραθέτουμε κρίσεις του Schlumberger Για την επίδραση της Ελληνίδος πργκίπισσας στο Γερμανικό κράτος: "... μεγάλη υπήρξεν η ροπή, ήν ήσκησεν επί του γερμανικού λαού η Ελληνίς αύτη ηγεμονίς, η εγγονή του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου .... ου μόνον η Σικελία και η Ιταλία, αλλά και η Γερμανία απέβη κατά τούς χρόνους τούτους υποτελής εις τούς καλλιτέχνας της Κωνσταντινουπόλεως. Τα μνημεία περί της επιδράσεως, ην ήσκησαν εν Γερμανία οι αντιπρόσωποι της βυζαντιακής τέχνης, εναργεστάτας περί τούτου παρέχουσιν αποδείξεις ..... Οι Ελληνες δικάιως υπερηφανεύονται επί τω ότι έδωκαν τω γερμανικώ λαώ ηγεμονίδα τοσούτον λαμπραίς περικοσμουμένην βασιλικαίς αρεταίς......". Η Θεοφανώ ανάθρεψε τον γιό της Οθωνα Γ' με ελληνική παιδεία ορίζοντας ως παιδαγωγό τον ιερέα Ιωάννη Φιλάγαθο από το Ρωσσανό της Καλαβρίας. Ο Βασίλειος προσπάθησε επίσης να τοποθετήσει στον παπικό θρόνο τον πιο πάνω ιερέα, αλλά απέτυχε.
                                               
                                        ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΛΑΔΑ
 Φυσικά δεν πρέπει να λησμονούμε την Μεγάλη Ελλάδα, δηλαδή την Κάτω Ιταλία, η οποία κατά τούς χρόνους του Βασίλειου Β' σημείωσε μέγιστη ακμή.
Το κείμενο του ιστορικού Λένορμαν πού παρατίθεται παρακάτω επιβεβαιώνει την ελληνικότητα της Καλαβρίας, η οποία αποτελούταν από συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς Με πλήθος ελληνορθόδοξων ρωμέικων εκκλησιών και μοναστηριών.
 Kalavria
  Ο μέγας ιεράρχης Αγιος Νείλος ήταν εξέχουσα πνευματική προσωπικότητα της εποχής, και κάθε μέρα αφιέρωνε τρεις ώρες στην αντιγραφή κειμένων των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και των Πατέρων της Εκκλησίας.
Με την βοήθεια του Γρηγορίου Τραχανιώτη, του βασιλικού πρωτοσπαθάριου και κατεπάνω της Ιταλίας, της οποίας πρωτεύουσα ήταν η Βάρη, μπόρεσε να εδραιώσει την ελληνική εξουσία στην περιοχή αυτή, απωθώντας τους Άραβες επιδρομείς από την Σικελία και τούς Λομβαρδούς από το βορρά.
Δυστυχώς και αυτή η ελληνική περιοχή έμελλε να χαθεί για πάντα, μετά τις επιδρομές των Νορμανδών, αλλά όπως όλοι γνωρίζουμε παρά την προσπάθεια του Βατικανού, διασώζονται ακόμα και σήμερα Ελληνικά ήθη, θρησκεία και γλώσσα. Ανεξάντλητος, αν και σε προχωρημένη ηλικία πλέον, ο Βασίλειος σχεδίαζε να επιτεθεί κατά της Σικελίας Για να την επαναφέρει στην Ρωμαϊκή επικράτεια, αμέσως μόλις τελείωσε με την βουλγαρική απειλή.
 Όμως ο θάνατος τον πρόλαβε στις 15 Δεκεμβρίου του 1025. Ο μεγάλος στρατηλάτης αυτοκράτορας τάφηκε σύμφωνα με τις επιθυμίες του στη μονή της Θεοτόκου, στο προάστιο Έβδομον, κοντά στα τείχη για να παρακολουθεί τούς στρατιώτες του όταν αναχωρούν για τις εκστρατείες τους.

ΤΟ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΟΝ
 Όπως έχουμε αναφέρει, στο εσωτερικό μέτωπο ο κυριότερος στόχος του Βασιλείου ήταν η μεγάλοι γαιοκτήμονες της Μικράς Ασίας και οι παντοδύναμοι αριστοκράτες. Γι'αυτό εξέδωσε μία σειρά από διατάγματα με τα οποία επιχειρούσε να πλήξει αυτά τα αρπακτικά.
ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΦΟΡΩΝ ΑΠΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΤΟΥ ΣΙΝΑ 1136-1155 ΜΧ
 Έτσι, το 996, με ένα διάταγμα του το Αλληλέγγυον, απαιτούσε την επιστροφή των εδαφών που είχαν αφαιρεθεί, με διάφορες μεθόδους, από το 922 και μετά στους προηγούμενους κατόχους τους, που συνήθως ήταν μικροϊδιοκτήτες. Επαναφέροντας σε ισχύ ένα παλιό νόμο του Νικηφόρου Α΄, καθόριζε πώς η πληρωμή του φόρου Αλληλέγγυον, θά γινόταν από τον πλησιέστερο πλούσιο κάτοχο γης, όταν κάποιος μικροϊδιοκτήτης αδυνατούσε να τον πληρώσει.
Έτσι, πολλοί μεγαλο γαιοκτήμονες βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς γη, η οποία κατέσχετο ή διαμοιραζόταν σε ακτήμονες γεωργούς. Το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο γέμισε από τις πωλήσεις της κατασχόμενης γης και από τούς φόρους και οι φτωχοί καλλιεργητές ανακουφίστηκαν. Η δυσαρέσκεια της τάξης των πλουσίων θα εκδηλωθεί ανοιχτά μετά τον θάνατο του Βουλγαροκτόνου και η πορεία προς τον φεουδαλισμό και την συγκέντρωση και πάλι μεγάλων εκτάσεων γης σε λίγα χέρια θα καταστεί ανεξέλεγκτη από την κεντρική εξουσία με αποτέλεσμα οι φτωχοί αγρότες πού αποτελούσαν τή ραχοκοκαλιά του βυζαντινού στρατού να εξαθλιωθούν και η Μικρά Ασία να πέσει λίγα χρόνια αργότερα στα χέρια των Σελτζούκων Τούρκων.
Ο Βασίλειος έκανε το ίδιο λάθος πού έκανε ο Μέγας Αλέξανδρος. ,δεν διάλεξε ικανό διάδοχο πού θα συνέχιζε το έργο του.
 Αυτό το λάθος είχε ως αποτέλεσμα να καταρρεύσει όλο το οικοδόμημα του λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του από την ανικανότητα του διαδόχου και αδελφού του Κωνσταντίνου και των υπόλοιπων ανίκανων βασιλιάδων, πού σε λίγα χρόνια θα φέρουν το Βυζάντιο στο χείλος της καταστροφής, μέχρι την σωτήρια έλευση του Αλέξιου Κομνηνού.
Τελειώνοντας την μικρή αναφορά στον μέγιστο της Ρωμιοσύνης με την κρίση των Ψελλού και Ζωναρά. "ο ηγεμών ούτος αφ'ου και τούς βαρβάρους γείτονας κατέβαλε την δέ αριστοκρατία καθαιρέσας ισότιμον πρός τάς άλλας κοινωνικάς τάξεις κατέστησε και εν πολλή γνώμης ελευθερίας κυβερνών το κράτος ετύγχανεν..... δαπανούσε μόνον τα αναγκαία εκ του δημοσίου ταμείου, αεί δέ προσθέτων εις αυτό έξωθεν, ώστε διά είκοσι μυριάδων ταλάντων χρυσού επλήρωσε τα ταμεία των ανακτόρων....... αλλ' ουδενός απήλαυε δίοτι διατελούσε εν εκστρατεία τον πλείστον της αρχής αυτού χρόνον....".
"Δεν μετεχειρίζετο τούς πολυτίμους λίθους, πλήν ολίγων κοσμούντων την πορφύραν, ίνα διακρίνηται, ότε εις τάς θρησκευτικάς τελετάς παρίστατο ή πρέσβεις εδέχετο, οι δέ άλλοι πολύτιμοι λίθοι ησαν εις τα ταμεία αποτεθειμένοι....".
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΧΗ

                    ΚΛΕΙΔΙ έτος 1014 μ.Χ.

Ο Βασίλειος Β' έχοντας από το 1001 εκπονήσει ένα σύνθετο επιτελικό πρόγραμμα αντεπίθεσης έναντι της βουλγαρικής απειλής, άνοιξε τρία μέτωπα επίθεσης. Με απώτερο σκοπό τον εγκλωβισμό και τη φυσική εξόντωση του Σαμουήλ, εισέβαλε στην περιοχή της Σερδικής (Σόφιας), στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία καταλαμβάνοντας τις πόλεις-οχυρά (Βέροια, Βοδενά) και κατευθυνόμενος προς βορρά. Το καλοκαίρι του 1014, παρά την ισχυρή αντίσταση των Βουλγάρων στα ορεινά δύσβατα περάσματα του Κλειδίου (κοντά στην πεδιάδα του Στρυμόνα), οι βυζαντινές δυνάμεις υπό το στρατηγό Νικηφόρο Ξιφία χάρη σε άρτια οργανωμένο στρατιωτικό χειρισμό εγκλώβισαν όλες σχεδόν τις δυνάμεις του Σαμουήλ που βρίσκονταν στον Πρίλαπο. Η μάχη υπήρξε πολύνεκρη και καθοριστική για τούς βούλγαρους . Στις 14.000 των Βούλγαρων αιχμαλώτων επιβλήθηκε η ποινή της τύφλωσης, ποινή που προβλεπόταν για όσους υπηκόους της βυζαντινής αυτοκρατορίας συμμετείχαν σε εξεγέρσεις εναντίον της αυτοκρατορικής αρχής (ο Σαμουήλ ήταν γιος βυζαντινού αξιωματούχου που στασίασε και διεκδίκησε το θρόνο) και όχι σε "Κουραβάρες" (μη Βυζαντινούς) επιδρομείς. Οι χιλιάδες τυφλωμένοι Βούλγαροι περιπλανήθηκαν και διασκορπίστηκαν στον Αίμο, προκαλώντας άμεσα το θάνατο του Σαμουήλ και έμμεσα την επιβολή της ελληνικής ισχύος στους Βούλγαρους, που μετά την πτώση του Δυρραχίου (1018) μετατράπηκε σε "θέμα Βουλγαρίας".
                                                         Η ΜΑΧΗ
Τρεις χειμώνες προετοίμαζε ο Βασίλειος τη μάχη στο Κλειδί. Εχοντας ως βάση και κέντρο ανεφοδιασμού τις Σέρρες συγκέντρωνε στρατό και οπλισμό. Την άνοιξη του 1014 ξεκίνησε για το Κλειδί, το σημερινό Ρούπελ. Η διάταξη του στρατεύματός του είχε πάντα την ίδια μορφή: δύο ίλες ιππικού ως εμπροσθοφυλακή, μία από κατάφρακτους και μία από μονόζωνους και ακολουθούσε το κύριο σώμα. Ο Βασίλειος επιδίωκε να φθάσει στο στενό ανάμεσα σε Κλειδί και Κίμβα Λόγγο, με απώτερο στόχο την κοιλάδα του Μελένικου και της Στρούμνιτζας, όπου υπήρχαν ακόμη τότε αρκετές βουλγαρικές κτήσεις. Η κατάκτησή τους θα του άνοιγε τον δρόμο για τις Πρέσπες και την Αχρίδα, την καρδιά του βουλγαρικού κράτους.
Ο αντιπερισπασμός του Σαμουήλ
Ο τσάρος Σαμουήλ γνωρίζοντας ότι το στενό στο Κλειδί αποτελούσε το σημείο από όπου διάβαινε κάθε φορά ο Βασίλειος, οσάκις εκστράτευε κατά της Ανατολικής Βουλγαρίας, αποφάσισε να συγκεντρώσει το σύνολο του στρατού και να οχυρωθεί στο Κλειδί για να δώσει την αποφασιστική μάχη. Παράλληλα επιχείρησε με αντιπερισπασμό να διασπάσει την ενότητα των βυζαντινών δυνάμεων, στέλνοντας έναν από τους πλέον έμπιστους στρατηγούς του, τον Δαβίδ Νεστορίτση, με σημαντικές δυνάμεις νότια, με στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, δεύτερης τη τάξει πόλης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Βασίλειος όμως δεν πτοήθηκε από την είδηση αυτή και έχοντας πια συνετιστεί από το νεανικό του πάθημα στη Φιλιππούπολη παρέμεινε με τον στρατό του παρατεταγμένο στο Κλειδί.
Τη Θεσσαλονίκη υπερασπιζόταν τότε ο Θεοφύλακτος Βοτανειάτης σε αντικατάσταση του στρατηγού Δαβίδ Αριανίτη, που είχε σπεύσει να συνεπικουρήσει τους Βυζαντινούς και να αναλάβει τη διοίκηση μοίρας του ενεργού στρατού στο Κλειδί. Ο Θεοφύλακτος Βοτανειάτης με τη σύμπραξη του γιου του Μιχαήλ κατόρθωσε να αναχαιτίσει τη βουλγαρική επίθεση, να συντρίψει το σώμα του Νεστορίτση έξω από τη Θεσσαλονίκη και να τρέψει τους Βουλγάρους σε φυγή, συλλαμβάνοντας πλήθος αιχμαλώτων και πολλά λάφυρα και τελικά να επιστρέψει στο Κλειδί για να συμπράξει με τον αυτοκράτορα.

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΒΟΥΛΓΑΡΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΣΚΥΛΙΤΖΗ

 Ο φόβος της ενέδρας
Ο Βασίλειος, φθάνοντας στο Κλειδί, στρατοπέδευσε σε απόσταση δύο ωρών από το στενό και έστειλε ανιχνευτές να εντοπίσουν τον εχθρό. Αν και το στενό είχε κλείσει με πρόχειρα αναχώματα από πέτρες και κορμούς, κάρα και βράχους, οι Βούλγαροι ήταν άφαντοι. Η απειλή ενέδρας φόβισε τον Βασίλειο που αποφάσισε να αλλάξει τη διάταξη του στρατού και να τοποθετήσει μπροστά το πεζικό και πίσω το ιππικό, θεωρώντας ότι οι άνδρες του δεν θα ανακόπτονταν από πιθανά εμπόδια, σε αντίθεση με τα άλογα.
Η διαταγή του αυτοκράτορα ήταν σαφής, το στράτευμα όφειλε να βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση, οπλισμένο, με πλήρη εξάρτυση, ετοιμοπόλεμο ανά πάσα στιγμή. Η πρώτη νύχτα κύλησε ήρεμα, οι Βούλγαροι δεν φαίνονταν πουθενά στις γύρω βουνοκορφές. Την επομένη ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή στον στρατό να προχωρήσει προς το στενό, ενώ ήταν σίγουρος ότι οι Βούλγαροι θα επετίθεντο όταν οι Βυζαντινοί θα πλησίαζαν τα αναχώματα.
Πράγματι, μόλις η εμπροσθοφυλακή του βυζαντινού στρατού ζύγωσε τα εμπόδια, εκδηλώθηκε η πρώτη επίθεση από τους Βουλγάρους, οι οποίοι έσπρωχναν βράχους από ψηλά, ενώ παράλληλα στόχευαν με βέλη και πέτρες τους Βυζαντινούς. Παρά την ορμή του βυζαντινού στρατού, και οι δύο προσπάθειές τους να περάσουν τα αναχώματα απέβησαν άκαρπες, με αποτέλεσμα πολυάριθμους νεκρούς και τραυματίες.
Ο αυτοκράτορας, βλέποντας τη δυσκολία του εγχειρήματος, διέταξε υποχώρηση του στρατεύματος. Επιθυμούσε την ανασύνταξη των βυζαντινών δυνάμεων και την ενίσχυση του ηθικού των στρατιωτών του πριν από τη νέα επίθεση. Χρειαζόταν δε επιτακτικά τη νίκη, καθώς επρόκειτο για την πρώτη μάχη της χρονιάς εκείνης, την πρώτη μιας σειράς αναγκαίων συγκρούσεων προς την επίτευξη των μεγαλεπήβολων στόχων του.
Το νέο σχέδιο
Ο Βασίλειος κατέστρωσε νέο σχέδιο: έστειλε την ίδια νύχτα τον στρατηγό του Θέματος της Μακεδονίας Νικηφόρο Ξιφία με τρεις τούρμες να ανέβει στο όρος Βαλαθίστα που υψωνόταν νοτίως του Κλειδίου, στα νώτα δηλαδή του βουλγαρικού στρατεύματος, ώστε οι Βούλγαροι, κατά την εκδήλωση της επίθεσης, να βρεθούν περικυκλωμένοι. Ο στρατηγός θα ειδοποιούσε όταν το σώμα του θα είχε λάβει θέσεις μάχης με τριπλό σάλπισμα.
Το μεσημέρι της επομένης, της 29ης Ιουλίου 1014, εκδηλώθηκε η πολυπόθητη επίθεση. Μόλις ακούστηκε το σύνθημα του στρατηγού Ξιφία, το αυτοκρατορικό φουσάτο, από νωρίς σε ετοιμότητα, όρμησε προς τα αναχώματα με ηγέτη τον ίδιο τον Βασίλειο. Ο αυτοκράτορας, παρά τα πενήντα εννέα χρόνια του, πολεμούσε πάντα - από την πρώτη μάχη της Φιλιππούπολης ακόμη - στην πρώτη γραμμή, σύμβολο γενναιότητας και θάρρους για τους στρατιώτες του.
Η μάχη ήταν σκληρή αλλά το σχέδιο δοκιμασμένο και αλάνθαστο. Ο βουλγαρικός στρατός καταλήφθηκε εξαπίνης και γρήγορα εγκατέλειψε τη μάχη. Οι περισσότεροι πετούσαν τα όπλα τους και έτρεχαν να σωθούν. Λίγοι πολέμησαν μέχρι τέλους, μεταξύ αυτών και ο τσάρος Σαμουήλ με τον γιο του και την προσωπική φρουρά του, αλλά και αυτοί τελικά αναζήτησαν καταφύγιο την τελευταία στιγμή στο φρούριο Πρίλαπο (το σημερινό Περλεπέ).
Ο απολογισμός της μάχης στο Κλειδί ήταν οδυνηρός, σήμανε περί τους δεκαπέντε χιλιάδες αιχμαλώτους Βούλγαρους αλλά και χίλιους νεκρούς για τον βυζαντινό στρατό καθώς και χίλιους πεντακόσιους τραυματίες, περισσότερους από όσους σε κάθε άλλη μάχη στο παρελθόν.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓ.ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΟΙ ΤΥΦΛΩΜΕΝΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ
 Η τύφλωση των αιχμαλώτων
Για τον Βασίλειο η μάχη στο Κλειδί ήταν ορόσημο: πολεμούσε τους Βουλγάρους περισσότερα από είκοσι συναπτά έτη, ο πόλεμος έπρεπε πλέον να λάβει τέλος. Κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μόνο με μια σκληρή απόφαση σχετικά με την τύχη των πολυάριθμων βουλγάρων αιχμαλώτων. Ο αυτοκράτορας συγκάλεσε αμέσως μετά τη μάχη το συμβούλιο των στρατηγών του. Η πρότασή τους ήταν σχεδόν ομόφωνη: η τιμωρία που άρμοζε στους αιχμαλώτους ήταν ο θάνατος. Ελάχιστοι στρατηγοί αντιπρότειναν να πουληθούν οι αιχμάλωτοι σε σκλαβοπάζαρα.
Ο αυτοκράτορας ωστόσο έκρινε πως ο θάνατος με όποια μορφή ήταν μια ποινή που γρήγορα θα ξεχνιόταν, ενώ το να πουληθούν σε σκλαβοπάζαρα δεν θα παραδειγμάτιζε καθόλου τους Βουλγάρους. Οι Βούλγαροι ήταν σκληρός και αδυσώπητος λαός, δεν είχαν καμφθεί από τόσες ήττες χρόνια τώρα, η δήωση, η σφαγή και η καταστροφή έμοιαζαν να είναι στη φύση τους.
Οι χρονικογράφοι της εποχής μαρτυρούν ότι ο αυτοκράτορας ταλαντεύτηκε στην απόφασή του και προβληματίστηκε εξαιρετικά. Βαρύνοντα ρόλο πάντως δεν έπαιξε η εκδίκηση για τον θάνατο χιλιάδων στρατιωτών και συμπολεμιστών του επί σειρά ετών αλλά η σκέψη της ανασύνταξης του Σαμουήλ που είχε διαφύγει και που σε τακτά διαστήματα κατόρθωνε, παρά τα πλήγματα και την ταπείνωση κάθε ήττας, να αναδιοργανώνει τις δυνάμεις του και να συνεχίζει τον πόλεμο επί τριάντα σχεδόν έτη.
Ο Βασίλειος ήταν πεπεισμένος ότι έπρεπε να καταφέρει προσωπικό πλήγμα κατά του βούλγαρου ηγέτη, πλήγμα ικανό να τον καταρρακώσει ψυχικά και να τον υποτάξει οριστικά. Επέλεξε την τύφλωση των αιχμαλώτων, θέλοντας να καταστήσει σαφές ότι ήταν αδίστακτος σε ό,τι αφορούσε τους εχθρούς της Αυτοκρατορίας και ότι δεν θα ορρωδούσε προ ουδενός προκειμένου να συντρίψει τη βουλγαρική αντίσταση μέχρι τέλους.
Μπροστά σε ολόκληρο τον στρατό του και αφού συνεχάρη και επιβράβευσε τους στρατιώτες του για την ανδρεία τους στη μάχη, διέταξε την τύφλωση των βουλγάρων αιχμαλώτων. Οι Βυζαντινοί χώριζαν τους αιχμαλώτους σε ομάδες των εκατό, και ανά χίλιους τους οδηγούσαν σε ειδικό χώρο του στρατοπέδου, όπου, αφού τους έδεναν, με πυρωμένες στη φωτιά σιδερένιες βέργες τύφλωναν τους ενενήντα εννέα και από τα δύο τους μάτια, ενώ τον εκατοστό μόνο από το ένα, ούτως ώστε να χρησιμεύσει, μονόφθαλμος ων, ως οδηγός των υπολοίπων. Αμέσως μετά την τιμωρία τους οι αιχμάλωτοι αφήνονταν ελεύθεροι να επιστρέψουν στον διασωθέντα τσάρο τους.
Ο θάνατος του Σαμουήλ
Το πλήγμα ήταν όντως τραγικό για τον τσάρο Σαμουήλ, ο οποίος, ήδη καταρρακωμένος από το μέγεθος της συντριβής, ανέμενε τις ειδήσεις για την τύχη των αιχμαλώτων. Το βουλγαρικό φουσάτο αριθμούσε 30.000 άνδρες πριν από την αναμέτρηση, περίπου χίλιοι κατάφεραν να σωθούν μετά τη μάχη και να διαφύγουν, εκ των οποίων δώδεκα μόνο από την προσωπική φρουρά του Σαμουήλ.
Οι βουλγαρικές πηγές ιστορούν ότι η επιστροφή των αιχμαλώτων προκάλεσε μέγα πένθος στην Αχρίδα, η οποία ήταν τότε πρωτεύουσα του βουλγαρικού κράτους. Οι χιλιάδες τυφλοί αδυνατούσαν να πορευθούν συντεταγμένα, με αποτέλεσμα να ανατρέπονται, να συμπαρασύρουν τους συμπολεμιστές τους και να πορεύονται ουρλιάζοντας και βογκώντας προς την πόλη τους. Ο Σαμουήλ δεν άντεξε την ταπείνωση αυτή του φρικτού θεάματος και δύο μέρες μετά ξεψύχησε από τη συντριβή και τον ψυχικό κλονισμό.
Ανεξάρτητα όμως από την αλληλουχία των ιστορικών γεγονότων, η αναμφισβήτητα ανηλεής πράξη αυτή του Βασίλειου, που του προσέδωσε άλλωστε το επίθετο «Βουλγαροκτόνος», δεν πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο κρίσης και κριτικής μόνο με βάση τα σύγχρονα κριτήρια, κυρίως τον συναισθηματικό αποτροπιασμό που προκαλεί σήμερα η μεταχείριση αυτή των αιχμαλώτων σε σχέση με τις ισχύουσες αρχές του δικαίου του πολέμου. Αντίθετα, η βυζαντινή νομοθεσία προέβλεπε ως ποινή κολασμού τόσο την τύφλωση όσο και τον ακρωτηριασμό για κάθε βυζαντινό πολίτη που θα προέβαινε σε επαναστατική ενέργεια, συνωμοσία ή στάση κατά της νόμιμης βυζαντινής εξουσίας, φορέας της οποίας ήταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Συνακόλουθα, ο Βασίλειος αντιμετώπισε και τιμώρησε τους βούλγαρους αιχμαλώτους, όχι ως εχθρούς της Αυτοκρατορίας αλλά ως υπηκόους του και βυζαντινούς πολίτες που είχαν επαναστατήσει, δεδομένου ότι ήδη από το 971 το σύνολο της σημερινής βουλγαρικής επικράτειας είχε κατακτηθεί από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή και υπαχθεί στη βυζαντινή διοίκηση.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ορισμένες ιστορικές πηγές (Κεδρηνός) αμφισβητούν ότι ο αριθμός των αιχμαλώτων που τυφλώθηκαν ήταν 15.000, ενώ κάποιοι χρονογράφοι της εποχής δεν διστάζουν να εκφράσουν επιφυλάξεις για το όλο γεγονός θεωρώντας ότι το μίσος και η ένταση μεταξύ των δύο εθνών ήταν τέτοια ώστε ήταν δυνατόν πράξεις εκδίκησης να διογκωθούν και να λάβουν άλλες διαστάσεις. Με την άποψη αυτή συνάδει άλλωστε και η επισήμανση ότι το επίθετο Βουλγαροκτόνος, που αποδόθηκε στον Βασίλειο εξαιτίας της τύφλωσης των Βούλγαρων, προϋποθέτει θανάτωση και όχι τύφλωση.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΑΜΟΥΗΛ
 Πόλεμος με τους διαδόχους
Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο Βασίλειος δικαιώθηκε, καθώς ο θάνατος του Σαμουήλ επέφερε εξασθένηση της βουλγαρικής ισχύος. Ο γιος του Γαβριήλ - Ρωμανός, που τον διαδέχθηκε, δεν είχε ούτε τη σύνεση ούτε την ηγετική προσωπικότητα του πατέρα του, με αποτέλεσμα να ατονήσει η βουλγαρική επιθετικότητα.
Παρά τη μεγαλειώδη νίκη στο Κλειδί, ο Βασίλειος δεν εφησύχασε. Στόχος του ήταν η οριστική κατάλυση του βουλγαρικού κράτους, η παράδοση της πρωτεύουσας Αχρίδας και η πλήρης υποταγή των διαδόχων του Σαμουήλ. Ετσι, έδωσε άμεσα διαταγή στον στρατηγό Θεοφύλακτο Βοτανειάτη να κατευθυνθεί προς τη Στρούμνιτζα, να καταλάβει την πόλη και να διανοίξει την οδό επικοινωνίας με τη Θεσσαλονίκη.
Η πολιορκία της πόλης όμως δεν είχε άμεσα αίσια έκβαση και ο Βοτανειάτης έλαβε εντολή να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη. Στον δρόμο της επιστροφής όμως προς τη Συμβασιλεύουσα, καθώς διέσχιζε με τον στρατό του μια στενή χαράδρα, δέχθηκε επίθεση. Οι Βούλγαροι σφυροκόπησαν τους Βυζαντινούς από παντού, τραυμάτισαν θανάσιμα τον Βοτανειάτη και διέλυσαν το τμήμα αυτό του βασιλικού φουσάτου. Η ήττα ήταν σημαίνουσα, καθώς σε σύνολο πέντε χιλιάδων στρατιωτών μόλις δύο χιλιάδες κατόρθωσαν να γλιτώσουν τη σφαγή ή την αιχμαλωσία.
Ο αυτοκράτορας, με την είδηση της καταστροφής αυτής, οργισμένος αποφάσισε να κινηθεί κατά του φρουρίου του Μελενίκου, το οποίο παραδόθηκε αμαχητί. Εν συνεχεία, κατευθύνθηκε προς την Πελαγονία, όπου κατέλαβε το Βιτόλιο και τα Στύπεια και έφθασε στο Πρίλαπο, του οποίου η πολιορκία δεν διήρκεσε πολύ, καθώς και αυτό παραδόθηκε γρήγορα. Ο χειμώνας όμως εμπόδιζε τον αυτοκράτορα να ολοκληρώσει τα σχέδιά του που προέβλεπαν κατάληψη της Καστοριάς και των Πρεσπών και οριστική συντριβή των Βουλγάρων, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη.
Η νέα εκστρατεία
Ο Βασίλειος ξεκίνησε πάλι την άνοιξη του 1016 για την Εδεσσα, η οποία είχε στασιάσει και ήταν ξανά υπό βουλγαρική κατοχή. Αφού την ανακατέλαβε, πολιόρκησε τα Μογλενά που αντιστάθηκαν σθεναρά για ημέρες. Η πολιορκία έδειχνε να έχει διάρκεια, το πείσμα όμως του αυτοκράτορα ήταν τέτοιο, ώστε διέταξε να γυρίσουν οι στρατιώτες του το ρεύμα του ποταμού που γέμιζε με τα νερά του τη βαθιά τάφρο γύρω από το φρούριο των Μογλενών, αποξέρανε την τάφρο, ενώ οι μηχανικοί του έσκαψαν τα θεμέλια του φρουρίου, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο τμήμα του να γκρεμιστεί. Εντρομοι οι Βούλγαροι, άνοιξαν τις πύλες του φρουρίου και παραδόθηκαν.
Οι αιχμάλωτοι ήταν χιλιάδες. Ο Βασίλειος τους εξόρισε στην Ανατολική Αρμενία, στα περσικά σύνορα, στο λεγόμενο Βασπουρακάν. Αφού πυρπόλησε το φρούριο των Μογλενών, κατέλαβε το γειτονικό φρούριο των Ενωτίων, όπου έλαβε την είδηση ότι δολοφονήθηκε ο τσάρος Γαβριήλ και στον θρόνο τον διαδέχθηκε ο πρώτος εξάδελφός του Ιωάννης Βραδισλάβος. Ο νέος τσάρος ζήτησε από τον Βασίλειο να δεχθεί την άνευ όρων υποταγή του. Βέβαια η πρόταση του Ιωάννη Βραδισλάβου ήταν παραπλανητική, διότι στην πράξη επιζητούσε μόνο να κερδίσει χρόνο προκειμένου να ανασυντάξει αρκετό στρατό. Τότε ο Βασίλειος εξοργισμένος αποφάσισε ότι η μόνη ικανοποιητική εκδίκηση ήταν η κατάληψη της Αχρίδας. Η πόλη δεν αντιστάθηκε και το αυτοκρατορικό φουσάτο με τον Βασίλειο επικεφαλής την κυρίευσε. Παράλληλα, ο στρατηγός Αριανίτης είχε καταλάβει τη Στρούμνιτζα και τη Θερμίτζα, ενώ ο Νικηφόρος Ξιφίας κυρίευσε τα φρούρια γύρω από την Τριαδίτσα.
Δεν είχε όμως ακόμη φθάσει η ώρα της αμετάκλητης υποταγής των Βουλγάρων. Ο στρατηγός Ιβατζής, έμπιστος του Σαμουήλ, είχε στήσει ενέδρα και εξόντωσε ένα τμήμα του αυτοκρατορικού στρατού στην Πελαγονία. Ο Βασίλειος απάντησε χτυπώντας τον Λόγγο και τη Σέταινα, νέα όμως ενέδρα του Ιωάννη σε τμήμα του βυζαντινού στρατού, που διοικούσε ο Κατεπάνω Κωνσταντίνος Διογένης, τον έστειλε προς βοήθεια του Διογένη. Με την παροιμιώδη φράση του «όστις πολεμιστής ακολουθήτω μοι», έφιππος όρμησε μόνος να συντρέξει τον Διογένη, ενώ το αυτοκρατορικό φουσάτο τον ακολουθούσε. Μόνη η εμφάνισή του στο πεδίο της μάχης έσπειρε τον πανικό στους Βουλγάρους και έγειρε την πλάστιγγα της νίκης προς το βυζαντινό στρατόπεδο.
Η υποταγή των Βουλγάρων
Το 1018 σήμανε την οριστική κρίση του αγώνα κατά των Βουλγάρων. Ο τσάρος Ιωάννης, ενώ πολιορκούσε το Δυρράχιο, δολοφονήθηκε. Παράλληλα, ο στρατηγός του Σαμουήλ Κρακράς έστειλε αγγελιοφόρο στον Βασίλειο, παραδίδοντάς του το Περνίκο και άλλα 35 φρούρια. Στην Αδριανούπολη κατέφθασαν νέοι αγγελιοφόροι που του παρέδωσαν και άλλα φρούρια της Πελαγονίας, ενώ ακολούθησε η παράδοση της κραταιάς Στρούμνιτζας.
Τότε ο αυτοκράτορας δέχθηκε επιστολή παράδοσης και της τσαρίνας Μαρίας, χήρας του Ιωάννη, που του παρέδιδε τον θρόνο και τα δικαιώματά της, ζητώντας μόνο την εξασφάλιση της ζωής των παιδιών της. Ταυτόχρονα ο τοπάρχης Πρεσπών και Καστοριάς παρέδωσε στον Βασίλειο τα κλειδιά των πόλεων της περιοχής του. Η λήξη του πολέμου σήμανε με τη θριαμβευτική είσοδο του Βασιλείου στην Αχρίδα, τροπαιοφόρου αυτή τη φορά, και την παράδοση της πόλης.
Ο αυτοκράτορας όρισε διοικητή της πόλης τον Ευστάθιο Δαφνομήλη και αναχώρησε για τις Πρέσπες, και μετά για τη Δεάβολη, οργανώνοντας την εξόντωση του Ιβατζή, του τελευταίου βούλγαρου στρατηγού που δεν είχε ακόμη υποταχθεί. Ο Ιβατζής, ασκώντας παρελκυστική πολιτική, καθυστερούσε να απαντήσει στον Βασίλειο, προσπαθώντας παράλληλα να σχηματίσει εκ νέου στρατό και να αντεπιτεθεί στους Βυζαντινούς. Η λύση όμως δόθηκε από τον στρατηγό Δαφνομήλη, ο οποίος προσποιούμενος τον αποστάτη προσήλθε μόνος στο φρούριο του Ιβατζή, τον παραπλάνησε, τον τύφλωσε και στη συνέχεια κατόρθωσε να πείσει τους υπόλοιπους Βουλγάρους να παραδοθούν με την απειλή της ανηλεούς εκδίκησης του Βασιλείου. Στη Δεάβολη παραδόθηκε και ο Νικολιτζάς, ο έτερος βούλγαρος προδότης, ζητώντας συγχώρεση, αλλά ο Βασίλειος, ενθυμούμενος τις προδοσίες του, τον φυλάκισε στη Θεσσαλονίκη.
Χρειάστηκαν τριάντα έξι χρόνια αδιάκοπων αγώνων για να υποταγούν οι Βούλγαροι τελικά το 1018. Ο αυτοκράτορας, νικητής, αποφάσισε να ολοκληρώσει την πορεία του επισκεπτόμενος ένδοξους ελλαδικούς τόπους, τον Σπερχειό, τις Θερμοπύλες, τη Θήβα, την Αθήνα, όπου σταμάτησε για να προσκυνήσει στον Παρθενώνα που είχε μετατραπεί σε Ναό της Παναγίας. Τελικά τον Ιανουάριο του 1019 εισήλθε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας νικήσει οριστικά τους Βουλγάρους και έχοντας αποκαταστήσει τα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στα όρια της εποχής του Ιουστινιανού. Δικαιωματικά θεωρήθηκε ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της Μακεδονικής Δυναστείας, ενώ η βασιλεία του αποτέλεσε μία από τις λαμπρότερες περιόδους ακμής και ισχύος μέσα στη χιλιετή βυζαντινή ιστορία.

Η σκληρότητα της τύφλωσης των Βουλγάρων αιχμαλώτων από τον Βασίλειο Β’ Βουλγαροκτόνο είναι δεδομένη. Όμως παραγνωρίζονται τρία πράγματα:
 
Πρώτον, ο Βασίλειος πριν οδηγηθεί, στα τελευταία χρόνια του τριακονταετούς βυζαντινο-βουλγαρικού πολέμου στο μέτρο αυτό, συνεχώς έδινε χάρη αλλά και αξιώματα σε όσους Βουλγάρους αυτομολούσαν σε αυτόν (ή δεν τους τιμωρούσε παρά μόνο με δήμευση περιουσίας και εξορία), αλλά όχι μόνο σε αυτούς μα και σε Ίβηρες καθώς και σε Βυζαντινούς οι οποίοι επαναστατούσαν κι έπειτα συνθηκολογούσαν. Ορίστε μερικά παραδείγματα:
 
1) Παρακοιμώμενος Βασίλειος (επίτροπος Βασίλειου Β’): εξορία, μερική δήμευση περιουσίας (Ιωάννη Σκυλίτζη, Σύνοψις ιστοριών, 335, 58)
2) Βάρδας Σκληρός (στασιαστής): συνθηκολόγηση, απονομή τίτλου κουροπαλάτου (Ιωάννη Σκυλίτζη, Σύνοψις ιστοριών, 338, 45)
3) Γεώργιος Δαυίδ της Ιβηρίας (βοηθός στασιαστή Βάρδα):  συνθηκολόγηση, απονομή τίτλου κουροπαλάτου (χρονικό Jahjah Αντιοχείας, 429)
4) Νικολιτζάς (βούλγαρος διοικητής Σερβίων): παράδοση πόλης, απονομή τίτλου πατρικίου (Ιωάννη Σκυλίτζη, Σύνοψις ιστοριών, 344, 95).
5) Ρωμανός-Συμεών (βούλγαρος διοικητής Σκοπίων):  παράδοση πόλης, απονομή τίτλου πατρικίου (Ιωάννη Σκυλίτζη, Σύνοψις ιστοριών, 346, 56).
6) Νικηφόρος Ξιφίας (στρατηγός στασιαστής): δήμευση περιουσίας.
 
Η σκληρότητα αυτή, της τύφλωσης των βουλγάρων στρατιωτών, είναι μικρό και όχι κυρίαρχο χαρακτηριστικό της βασιλείας και της προσωπικότητάς του Βασίλειου Βουλγαροκτόνου. Η μέθοδος τιμωρίας αυτή, εφαρμόστηκε μόνο στο τέλος του πολέμου, ενώ τιμωρούνταν μόνο όσοι Βούλγαροι στασίαζαν πολλές φορές (Δραξάνος, φρούραρχος Βοδενών, ο οποίος συγχωρέθηκε δύο φορές από τον Βασίλειο Β’, όταν δραπέτευε από τη Θεσσαλονίκη όπου ζούσε ελεύθερος με την οικογένειά του, την τρίτη φορά που πιάστηκε, εκτελέστηκε).
 


Δεύτερον, η ποινή της τύφλωσης θεωρείτο τότε επιεικέστερη από την ποινή του θανάτου.
 
Τρίτον, η ποινή αυτή επιβαλλόταν σε στασιαστές και οι Βούλγαροι στρατιώτες, ως κάτοικοι της Αυτοκρατορίας θεωρούνταν τέτοιοι. Αντιθέτως, οι Άραβες αιχμάλωτοι θεωρούνταν αιχμάλωτοι ξένου κράτους και όχι στασιαστές και η τύχη τους ήταν πολύ καλίτερη, αφού ανταλλάσονταν και επέστρεφαν στην πατρίδα τους.

Αυτοί που ορμώμενοι από την ευαισθητοποιημένη σύγχρονη εποχή μας, απέναντι σε όλες αυτές τις μεθόδους, κατηγορούν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία για "μοναδική σκληρότητα", εξ αιτίας αυτού του μέτρου ΕΙΔΙΚΑ για τους κατ' επανάληψιν προδότες, γιατί άραγε, δεν κατηγορούν και τις άλλες κρατικές οντότητες της περιοχής, που εφάρμοζαν πολύ σκληρότερα μέτρα για "ψήλου πήδημα", ακόμα και τον θάνατο του ενόχου;

Μια τέτοια σύγκριση, θα φανέρωνε ότι για την εποχή εκείνη, ακόμα και ένα τόσο σκληρό μέτρο, φάνταζε ως "ελεημοσύνη" προς έναν κατ' επανάληψιν προδότη, η οποία του χάριζε τη ζωή, στερώντας του όμως τη δυνατότητα να συνεχίσει να επαναλαμβάνει την προδοσία του!
ΣΧΕΤΙΚΑ
·          Α.Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, 316 π.Χ.-1983, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 59 κε.
·          Γ. Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους μέσους χρόνους 285 -1354, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 45 κε., Αικ. Χριστοφιλοπούλου, «Η βυζαντινή Μακεδονία από τον Στ΄ στον Θ΄ αιώνα», Νέα Εστία, 1571 (1992), σσ. 224-225.
·          Ζώσιμος ΙΙ.22 (σ. 78.17 κε.). - Χ. Μπακιρτζής, «Η θαλάσσια οχύρωση της Θεσσαλονίκης», Βυζαντινά, 7 (1975), σ. 289 κε.
·          Βακαλόπουλος, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, σ. 75 κε.
·          Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμ.1, Θεσσαλονίκη 1993, 5η ανατύπωση σ. 184 κε. - Ε. Χρυσός, «Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390», Χριστιανική Θεσσαλονίκη, Πρακτικά του Β΄ Συμποσίου των ΚΓ΄ Δημητρίων, Θεσσαλονίκη 1990, σσ. 93-105.
·          Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 452 κε.
·          Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σ. 167.
·          Ιω. Σκυλίτζης 348.9 κε.
·          Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 459-460.
·          Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 460, πρβ. Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σ. 162.
·          Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας, σσ. 268-269.
·          ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου